Κυπριακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις
Όλες οι λέξεις
131 λέξεις, η καθεμιά με την πηγή της. Δοκιμαστική έκδοση.
Α
- άξιππαξαφνικά
- άππαροςάλογο
- άτεέλα, άντε
- Άτε κοπέλλες μου εχάρηκα που σας είδαΛοιπόν, κορίτσια μου, χάρηκα που σας είδα. Αποχαιρετισμός.
- αέρφινΑδερφέ, φιλική προσφώνηση μεταξύ φίλων.
- αθκιασερόςαργόσχολος
- αναρήμυζήθρα, μαλακό τυρί από τυρόγαλο
- αρμάρινντουλάπα
- αρπακτικήφωτογραφική μηχανή
- αρφήαδελφή
- αρφόςαδελφός
Β
Γ
- Γεια σας κοπέλλεςΓεια σας, κορίτσια. Χαιρετισμός όταν φτάνει κανείς σε παρέα γυναικών.
- γεια στα χέρια σουΜπράβο στα χέρια σου. Έπαινος για όποιον μαγείρεψε ή ετοίμασε κάτι.
- γιάλιαλισιγά σιγά
- γουμάςκοτέτσι
Δ
Ε
- έκκιουΕυχαριστώ, πολύ ανεπίσημη σύντομη μορφή.
- έναιείναι
- ένναμόριο για τον μέλλοντα, όπως το θα
- Έσ̆εις παιθκιά;Έχεις παιδιά;
- Είμαι που την Κύπρον.Είμαι από την Κύπρο.
- είντατι (ερωτηματικό)
- Εις υγείανΣτην υγεία μας, πρόποση.
- Εκατάλαβα σεΣε κατάλαβα, σε αναγνώρισα.
- ενδεν (άρνηση)
- Εχάρηκα πολλά που σε / σας γνώρισα.Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία.
Ζ
Θ
- θέκιουΕυχαριστώ, από το αγγλικό thank you, πιο ανεπίσημο και ελαφρύ από το ευχαριστώ.
- θωρώβλέπω, κοιτάζω
Ι
- Ίντα δουλειάν κάμνεις;Τι δουλειά κάνεις;
- Ίνταλος σε λαλούν;Πώς σε λένε; Ερώτηση για το όνομα κάποιου.
- ίσ̌σ̌αλλαΜακάρι, αν θέλει ο Θεός (από το αραβικό inshallah).
Κ
- κάμνωκάνω
- κακανάρεστοςιδιότροπος
- καλαμαράςΕλλαδίτης (συχνά υποτιμητικά)
- Καλήν όρεξην και καλήν χώνεψην Πιστού µας.Καλή όρεξη και καλή χώνεψη. Ευχή για φαγητό.
- καλοτάρινκαλοκαιρία
- καντήλαποτήρι, κύπελλο
- καπίραφρυγανιά
- κατσέλλααγελάδα
- κατύσιη σουαλίμονό σου
- κκέφινκέφι, διάθεση
- κκελλής(σημασία προς επιβεβαίωση)
- κόρηκορίτσι
- κόρη μουΚόρη μου. Τρυφερή προσφώνηση.
- κοπέλλιννεαρός άντρας, παλικάρι· παλιότερα και βοηθός
- κοπελλούακοπέλα
- κοπελλούεςΚοπελίτσες, υποκοριστικό του «κοπέλλες».
- κορούεςΚορίτσια (κυπριακή λέξη).
- κουλλούρινκουλούρι, ψωμάκι σε σχήμα κρίκου
- κουρκουτάςμεγάλη σαύρα
- κουτσιήνείδος μεγάλου φασολιού (κουκί ή γίγαντας)
- κουφήοχιά, φαρμακερό φίδι
- κύρηςπατέρας
Λ
- Λαλούν με Χασάν.Με λένε Χασάν. Τρόπος να πει κανείς το όνομά του.
- λαλώλέω
- λεγνόςλεπτός, λιγνός
- λιλλίνπαιχνίδι
- λιμπίζομαιεπιθυμώ, λαχταρώ
- λλίοςπολύ λίγος
- λουλουδάςφλώρος (πουλί)
Μ
- μάνα μουΜάνα μου. Χρησιμοποιείται ως χαϊδευτική προσφώνηση, όχι μόνο προς τη μητέρα.
- μάππαμπάλα
- μάσ̌σ̌αλλαΈκφραση θαυμασμού ή επαίνου (από το αραβικό mashallah).
- μαειρεύκωμαγειρεύω
- μαραζώνωστενοχωριέμαι
- μαρανίσκωμαραίνομαι
- μαχαζίνμαγαζί
- μενμην
- μιαλινίσκωμεγαλώνω
- μιλιθκιασμένοςμουχλιασμένος
- μιτσήςμικρός· ως ουσιαστικό, μικρό αγόρι
- μμάδκιαμάτια
- μούχτινδωρεάν
- μπούκκωμανπρωινό φαγητό
Ν
- Να πίννετε κρασίν, για νάσιετε ζωήν.Να πίνετε κρασί για να έχετε ζωή. Πρόποση και ρητό.
- νάκκονλίγο
- νιννίνμωρό (παιδική γλώσσα)
- Νναι, δουλεύκω.Ναι, δουλεύω.
Ο
Π
- παμπούλαφουσκάλα, εξάνθημα με φλύκταινες
- παττίχακαρπούζι
- πελεκάνοςμαραγκός, ξυλουργός
- πετάσινχαρταετός
- πετανίσκωπεθαίνω
- πκιοςποιος
- Πόθθεν είσαι;Από πού είσαι;
- ποραντίδεςψιχάλες
- πορνόνπρωί
- Πού μεινίσκεις;Πού μένεις;
- πούππατρυφερή προσφώνηση για κορίτσι
- πουρέκκαχαϊδευτική προσφώνηση
- πουρέκκινγλύκισμα, πιτάκι
- πρααλειάζεικοπάζει (ο άνεμος)
- πυκνίδινπανάδα, φακίδα
Ρ
Σ
- σάκκοςσακάκι, παλτό
- σαρίζωσκουπίζω
- σήμμερασήμερα
- σιέριχέρι
- σιύλλοςσκύλος
- Στην υγειαν σας κοπέλλεςΣτην υγειά σας, κορίτσια. Πρόποση.
- σφητζιάσφηκοφωλιά
Τ
- τατάςνονός, ανάδοχος
- τεςτις (άρθρο)
- τζιαικαι (σύνδεσμος)
- τζιαμαίεκεί
- τζιείνοςεκείνος
- τζυράνοικοκυρά
- Τι κάμνεις;Τι κάνεις; Ερώτηση για το πώς είναι κάποιος (ενικός, οικείο).
- τούμπαλοφίσκος, σωρός χώματος
- τούτοςαυτός
- τσίττοςσιωπηλός
Φ
- φαίνφαγητό
- φακκώχτυπώ
- φανέλλαφανελάκι, εσώρουχο
- φανίσκωυφαίνω
- φαρράςχλωρό σιτηρό για ζωοτροφή
- φασούλαδρεπάνι
- ΦεβάρηςΦεβρουάριος
- φελλιάζωμπολιάζω
- φκιόρονλουλούδι
- φλάμπουροςσημαία σε χωράφι που απαγορεύει τη βοσκή